©Εύα Νταραρά, το δωμάτιοΚάθισε στο γραφείο του. Δεν είχε καμία όρεξη να γράψει όσα έπρεπε να παραδώσει. Κι όμως είχε επιτύχει το στόχο του. Να δουλεύει για πράγματα που λίγο-πολύ τα ήθελε—ήθελε να πιάνει κάτι απ’ την αρχή και να το φτάνει στο τέλος του ενώ ένα επόμενο θα ξεκινά.
Κάθισε στο γραφείο του. Οι διπλανοί του είχαν μετακόμιση. Γυαλικά έσπαγαν στο διάδρομο, σκάλες από αλουμίνιο έτριζαν στο πάτωμα, έπιπλα βογκούσαν πάνω στο μεταλλικό πλαίσιο της πόρτας του ασανσέρ. Τόσοι ήχοι που δεν άφηναν χώρο για σκέψη στο κεφάλι του. Αισθανόταν τον αέρα λιγοστό στο δωμάτιο. Αισθανόταν σα σάκος του μποξ.
Κάθισε στο γραφείο του. Αισθανόταν κι αυτό τελικά τον ηρεμούσε. Τώρα ήξερε πως πάντα υπάρχει πιθανότητα γι άλλη στροφή μετά τη στροφή.
Κάθισε στο γραφείο του. Οι διπλανοί του είχαν μετακόμιση. Γυαλικά έσπαγαν στο διάδρομο, σκάλες από αλουμίνιο έτριζαν στο πάτωμα, έπιπλα βογκούσαν πάνω στο μεταλλικό πλαίσιο της πόρτας του ασανσέρ. Τόσοι ήχοι που δεν άφηναν χώρο για σκέψη στο κεφάλι του. Αισθανόταν τον αέρα λιγοστό στο δωμάτιο. Αισθανόταν σα σάκος του μποξ.
Κάθισε στο γραφείο του. Αισθανόταν κι αυτό τελικά τον ηρεμούσε. Τώρα ήξερε πως πάντα υπάρχει πιθανότητα γι άλλη στροφή μετά τη στροφή.
Στην Ε.
:
