Jasper Johns, 1954-55Το ‘χα ξεχάσει. Μάλλον ήταν τόσο amerikaniko που το απώθησε η μνήμη. Αλλά τι να κάνω κι εγώ; Μου ‘πες "πού θα με πας;" Σου ‘πα "στη Λυρική" κι εσύ δεν αντέδρασες. Δεν πρόταξες το στήθος σου με αυταπάρνηση, δεν επιχειρηματολόγησες ενάντια στην επιτήδευση που κατοικεί σ’ αυτούς τους χώρους και υπέθεσα ότι είσαι συμφιλιωμένη με την ιδέα ότι η απογοήτευση είναι ένα σοβαρό ενδεχόμενο. Για να ξεκινήσω με ένα γενικό σχόλιο: στο "Αμερικάνικο Όνειρο" της Εθνικής Λυρικής Σκηνής δυστυχώς δεν ονειρεύτηκε κανείς. Ή αν ονειρεύτηκε δε το θυμάται – ήταν βαρύς ο ύπνος (τουλάχιστον στα 2/3).
Ας γίνω πιο συγκεκριμένος. Κάποιες φορές δε νιώθεις ηλίθιος επειδή δεν καταλαβαίνεις αλλά επειδή ξέρεις ότι φταίει ο ποιητής που δεν καταλαβαίνεις, όχι εσύ. Κάπως έτσι αισθάνθηκα με το έργο του Φώτη Νικολάου. Έχει περάσει κάτι περισσότερο από μια βδομάδα, συνεπώς δε θυμάμαι λεπτομέρειες για να μπω σε αυτές. Η εικόνα στο σύνολο μου έκανε post-Μαρμαρινός με ολίγη από American pop culture. Η ανάμνηση μου από αυτήν περιέχει πον-πον μαζορέτας, κάποια ενδιαφέροντα στοιχεία σύνθεσης στα ομαδικά σημεία, αλόγιστη χρήση του χρόνου μέσα από μάλλον φλύαρες επαναλήψεις και στιγμές που για έναν περίεργο λόγο μου θύμιζαν κάτι μεταξύ "Κάποτε στην Αμερική" και "Τιτανικού".
Για το πληροφοριακό του πράγματος, ο δημιουργός είναι αρκετά νέος στο ρόλο αυτού που μοιράζει μπάλα. Η χορογραφική πορεία του ωστόσο περιλαμβάνει ήδη συμμετοχές στη Μπιενάλε Χορού της Λυών, στο Διεθνές της Καλαμάτας και στο Ελληνικό Φεστιβάλ, ενώ δεν πρέπει να ξεχνά κανείς την πολυετή παρουσία του ως χορευτή σε έργα διακεκριμένων Ελλήνων χορογράφων. Στο "Lonely Room" η χρήση των συμβόλων λειτουργούσε τόσο περιγραφικά που έκανε την αντίθεση με το κομμάτι της αδύναμης αφήγησης ακόμη πιο έντονη. Οι αισθήσεις που επεδίωκε να ξυπνήσει στους θεατές ήταν εκφρασμένες τόσο άνευρα που ένιωσα ότι παρότι πήγαινε να πει κάτι τελικά δεν το έλεγε. Σκόρπιες λέξεις μόνο τις οποίες η επίφαση του σύγχρονου δεν κατόρθωσε να συνδέσει σε φράσεις.
Το έργο που ακολούθησε ήταν μια χορογραφία της Ζωής Δημητρίου με τίτλο "Limen". Δεν έχω ιδέα τι σημαίνει αυτό και ειλικρινά ουδόλως με απασχολεί. Ίσως επειδή σ’ αυτό το σφιχτό και δυνατό ομαδικό κομμάτι εισέπραξα ειλικρίνεια στις προθέσεις και θυμήθηκα τη συγκίνηση που προκαλεί στο θεατή ο θαυμασμός για την καλοδουλεμένη κίνηση.
Οι αναφορές της χορογράφου στην Αμερικανίδα "ιέρεια του μεταμοντέρνου χορού" Trisha Brown και στους ευρωπαίους επιγόνους της ήταν περισσότερο από φανερές κι όμως αυτό όχι μόνο δεν με ενόχλησε αλλά αντίθετα με έκανε να νιώσω πολύ πιο κοντά στο στόχο του εγχειρήματος "Αμερικάνικο Όνειρο". Η χορογράφος διάλεξε να χρησιμοποιήσει το επίσημα σύγχρονο αμερικανικό χορευτικό ιδίωμα γιατί αυτό μιλάει για την Αμερική πιο καθαρά από οποιοδήποτε στερεότυπο εικόνας ακόμη κι αν ο θεατής δεν βρίσκεται τελικά να παρακολουθεί μια ιστορία στην εξέλιξη της. Από ένα τέτοιο έργο όμως ο θεατής δεν το περιμένει αυτό, δεν προλαβαίνει καν να το σκεφτεί. Ο καταιγιστικός ρυθμός των σωμάτων δεν αφήνει περιθώριο στο βλέμμα να ξοδευτεί σε περιττά "γιατί;", είτε αυτός που παρακολουθεί είναι μυημένος είτε όχι. Κι αυτό είναι κέρδος. Όχι για το θεατή ή για το χορογράφο. Για το χορό τον ίδιο.
Το "A little piece peace of America" του Κωνσταντίνου Ρήγου έκλεισε τη βραδιά.
ΥΓ. Τι; Θέλεις κι άλλο; Τι να πω; Του αναγνωρίζω ειλικρίνεια, εξωστρέφεια, χιούμορ και entertainment. "Τυπικός Ρήγος". Αν έχεις δει καταλαβαίνεις τι εννοώ κι αν δεν έχεις δει ρώτα αυτούς που είδαν. Πάντως εγώ έφυγα και πήγα για σουβλάκια.
Για την Α. Μια ανδρεία της ηδονής κι ολότελα ηλίθια. Όπως εγώ.