
Είναι κι αυτή η ζέστη. Ξυπνάς σε σεντόνια νοτισμένα με το λαρύγγι στεγνό, ερεθισμένο από τα τσιγάρα, τα παγωμένα νερά, την αϋπνία και τα λόγια. Όλα μαζί σου έγδαραν το λαιμό. Μάτια κουρασμένα – πονούν από όνειρα που ενώ στοιχειώνουν τον ύπνο σου δεν τα θυμάσαι ποτέ όταν έρθει το πρωϊνό. Καλοκαίρι. Αγαπημένη, παράξενη εποχή.
επιστρεφω αυριο και θα σχολιαζω ανετα...
φιλια
πολλα
"Αγαπημένη, παράξενη εποχή" Ακριβώς!
Αλλά τόσο μακριά...
"...όνειρα που ενώ στοιχειώνουν τον ύπνο σου δεν τα θυμάσαι ποτέ..."
Ίσως να είναι καλύτερα έτσι από το να τα έχεις μπροστά στα μάτια σου όλη μέρα. Και να μπαίνουν ανάμεσα σε σένα και τα βιβλία.
"Χθες βράδυ ονειρεύτηκα πως ξαναγύρισα στο Manderlay...."-πως ήταν;
Αχ ζέστη... εκεί. Άκουσα προχτές την ατάκα "κάνει πολλή ζέστη για να πάω βόλτα" κι ενώ σιχαίνομαι την αίσθηση του κολλάω οικτρά, ζήλεψα...
