<body><script type="text/javascript"> function setAttributeOnload(object, attribute, val) { if(window.addEventListener) { window.addEventListener('load', function(){ object[attribute] = val; }, false); } else { window.attachEvent('onload', function(){ object[attribute] = val; }); } } </script> <div id="navbar-iframe-container"></div> <script type="text/javascript" src="https://apis.google.com/js/platform.js"></script> <script type="text/javascript"> gapi.load("gapi.iframes:gapi.iframes.style.bubble", function() { if (gapi.iframes && gapi.iframes.getContext) { gapi.iframes.getContext().openChild({ url: 'https://www.blogger.com/navbar/17140510?origin\x3dhttp://aderfi.blogspot.com', where: document.getElementById("navbar-iframe-container"), id: "navbar-iframe" }); } }); </script>
20061005

12:17 - ζήτημα διάδρασης

Image Hosted by ImageShack.us

-κείμενο με αφορμή το έργο The show must go on του Jérôme Bel-

Ανέκαθεν πίστευα πως η λαϊκή σοφία αποτελεί ανεκτίμητη αξία, αφενός επειδή είναι «λαϊκή», πράγμα που σημαίνει πως είναι απλή και άμεση, αφετέρου γιατί η σοφία εκφρασμένη μέσα από μια σύντομη διαπίστωση υπηρετεί τη λιτότητα, στην οποία πολλοί αποσκοπούμε, αλλά λίγοι καταφέρνουμε να φτάσουμε.

Προχωρώ, ξέροντας πως είναι πιθανόν να χαρακτηριστώ, στην καλύτερη περίπτωση, αφελής, εξαιτίας του συλλογισμού μου αυτού, μόνον επειδή εκτιμώ βαθιά αυτό που από τη γαλλική σκέψη ονομάζεται discours (προφέρεται ντισκούρ). Όρος που κατά κυριολεξία σημαίνει «διάλογος», αλλά επί της ουσίας προσδιορίζει τα παραγωγικά αίτια, τον λόγο πίσω από τις πράξεις μας (όλα στη ζωή μας ξεκινούν από την απορία, βλ. «Γιατί μαμά;») και, εν προκειμένω, πίσω από την καλλιτεχνική πράξη, η οποία είναι ή οφείλει να είναι, μεταξύ άλλων, κίνηση πολιτική.

Στο έργο του Jérôme Bel ήρθα πρόσωπο με πρόσωπο με το discours που μου επέτρεψε να δω καθαρά τον πολιτικό χαρακτήρα της καλλιτεχνικής του πράξης, αλλά και με μια ελληνική λαϊκή σοφία που τολμώ να πω πως μου «ταιριάζει γάντι», καθώς η θέση στην οποία βρίσκομαι είναι αυτή του θεατή. Ας το παραδεχτούμε: «Έξω από το χορό πολλά τραγούδια λέμε»...

Με δύο λόγια, το The show must go on αποτέλεσε αφορμή για ένα σημαντικό ερώτημα: Τι είναι θέαμα;

Μια ομάδα ανθρώπων στέκεται σε παράταξη πάνω στη σκηνή. Μας κοιτούν κατάματα. Όχι, δεν τους είμαστε αδιάφοροι. Δεν βρίσκονται εκεί απλώς για να αναπαράγουν εικόνες. Μια διαδοχή από γνώριμους ήχους που όλοι, ως εκείνη τη στιγμή, άλλοτε μουρμουρίσαμε κι άλλοτε κοροϊδέψαμε, δημιουργεί τον ιστό της δράσης. Κι αυτή η δράση περιέχει πολλά: κίνηση, ακινησία, κατά μέτωπο οπτική επαφή με το κοινό, απουσία της φυσικής παρουσίας του performer από τη σκηνή. «Είναι χορός;» αναρωτιούνται πολλοί τριγύρω. Η μουσική, παρούσα, συνεχής, ακριβής. Πέφτουν, σηκώνονται, χορεύουν, στέκονται, γελούν, περιγελούν, σκέφτονται, είναι εκεί ή λείπουν. Άνθρωποι πάνω στη σκηνή. Απέναντι, το κοινό: Άνθρωποι κάτω από τη σκηνή. Το κοινό αντιδρά. Βλέπουν, μιλούν, μένουν σιωπηλοί, γελούν, δυσφορούν, σηκώνονται, κάθονται, αλλάζουν θέση, κάποιοι είναι όρθιοι και χορεύουν κι άλλοι κοιτάζουν το ρόλοι τους, φεύγουν, μένουν. Και η παράσταση συνεχίζεται.

Ο θεατής που έχει σταθεί προσεκτικά τόσο απέναντι σε μεγάλες καλλιτεχνικές στιγμές του αιώνα του μοντερνισμού (ή τουλάχιστον αυτού...) όσο και σε προϊόντα της σύγχρονης τηλεοπτικής κουλτούρας –στην Ελλάδα από το 1988 κι έπειτα, με την έλευση της ελεύθερης τηλεόρασης– έχει δυνητικά μια θέση σ’ αυτήν την παράσταση. Με την απλότητα της εξίσωσης λοιπόν, μπορεί κανείς να πει πως το έργο απευθύνεται σε όλους.

Ο Jérôme Bel δίνει στη μουσική μια ξεχωριστή θέση στη διανομή του, καθώς είναι φανερό πως τη διαλέγει προσεκτικά, με γνώμονα την αναγνωρισιμότητα κάθε κομματιού, αλλά και την ιστορία που αυτό αφηγείται. Πολλές μικρές ιστορίες διαπλέκονται σε μία. Πρόσωπα στα οποία κανείς αναγνωρίζει τον εαυτό του ή τον διπλανό του, αφηγούνται. Σύντομα, ελλειπτικά, απρόσκοπτα. Ο χορογράφος απευθύνεται. Χρόνος ενεστώτας. Ο Jérôme Bel είναι συν-χρόνος μας. Οι εικόνες του είναι οι εικόνες μας. Τα ρούχα που φοράμε, αυτό που βλέπουμε γύρω μας. Αυτό που είμαστε ή μεταφέρουμε εντός.

Το καλό με τον Bel είναι πως είναι σαφής και μάλλον λειτουργεί αφενός εξομολογητικά, αφετέρου με χιούμορ (γέλασα με την ψυχή μου). Δεν θέτει μόνο τα ερωτήματα. Τα απαντά. Να τον χαρακτηρίσουμε, επειδή είμαστε φυλή που της αρέσουν οι ταμπέλες; Μεταμοντέρνος. Πολύ ειλικρινής όμως για να είναι μόνον αυτό.

Το να βαφτίζει κανείς τη σαφήνεια ευκολία ή απλοϊκότητα μόνο για να ναρκισσευτεί για την ποιότητα των δικών του πoνημάτων (Ναι λοιπόν! Συμβαίνει και αυτό!) υπολείπεται τιμιότητας. Μιας αξίας που οφείλει να χαρακτηρίζει τα καλλιτεχνικά προϊόντα και την οποία το εν λόγω έργο, ως ιδέα και ως υλοποίηση, έχει στην κατοχή του. Ειλικρινής και τίμιος λοιπόν. Αλλά και μετρημένος. Ίσως ακριβώς επειδή ξέρει τι θέλει να πει και είναι αποφασισμένος να το κάνει.

Μπορεί η απόπειρα να είναι δυνατόν να στοιχειοθετήσει έγκλημα, αλλά αυτό δεν συμβαίνει πάντα. Στην περίπτωση Bel, όμως, συμβαίνει. Στο The show must go on, ο σκοπός ταυτίζεται με το αποτέλεσμα επειδή καταφέρνει να κάνει το κοινό να αντιδράσει ουσιαστικά, φτάνοντας μάλιστα να μην ενδιαφέρει κανέναν αν η αντίδραση που προκαλεί είναι καλή ή κακή. Είναι πηγαία και άμεση, κι αυτό είναι το ζητούμενο όταν μιλούμε για κάτι που αναφανδόν επιθυμεί να είναι διαδραστικό (σ.σ. θα ήθελα να είχα συγχαρεί τη γυναίκα που αντέδρασε πηγαία και ανέβηκε πάνω στη σκηνή λίγο πριν την υπόκλιση, ακόμη και το θεατή που κάνοντας χιούμορ –ή πλάκα- ζήτησε να «παίξουν» και την «Αφιλότιμη»…).

Αυτή η διάσταση του έργου μας διαβεβαιώνει κατ’ αρχάς πως, ανάμεσα σε άλλα, ο Bel είναι conceptual (εννοιολογικός – κατ' άλλους εννοιακός) καλλιτέχνης. Κατ’ αρχάς επειδή ξεκινά θέτοντας τον εαυτό του στην υπηρεσία μιας ιδέας. Αυτήν της ανατροπής των μηχανισμών του συμβατικού χορευτικού θεάματος. Επιπλέον, γιατί με μια εκ πρώτης όψεως απλή δράση –η οποία όμως δεν κρύβει την παραμικρή αφέλεια ή ασάφεια– ο χορογράφος διαπραγματεύεται με διεισδυτικό βλέμμα ζητήματα όπως η ταυτότητα του ατόμου μέσα στο σύνολο, η θέση του στην κοινωνία της πληροφορίας και η ευθύνη, ανάλογα με το ρόλο του, σε αυτήν του θεάματος. Η δαιμονική ειλικρίνεια σε συνδυασμό με το καυστικό χιούμορ, μια πολύ καθαρή δομή αναφορικά στις εικόνες και ένα mainstream (γι’ αυτό και απολύτως οικείο) soundtrack* παραδίδουν ένα θέαμα ακριβές και αποτελεσματικό, που οργανώνεται και παρουσιάζεται με συνέπεια προς τις επιδιώξεις του, ενώ καταφέρνει να παραμένει απροσδόκητο.

Σε αυτό το σημείο άλλωστε ίσως να εντοπίζεται και η απάντηση στο ερώτημα. Τι είναι θέαμα λοιπόν και μάλιστα προς δύο κατευθύνσεις: αυτή του θεατή και αυτή του performer.

Συνήθως οι θεατές, σε όποια μερίδα και αν ανήκουμε, κάνουμε τους έξυπνους χωρίς να λαβαίνουμε υπόψη τις παραμέτρους που καθορίζουν το θέαμα – χωρίς να είμαστε ανοιχτοί στο διάλογο. Σε μια κουβέντα όμως οφείλουν και τα δύο μέρη να έχουν τη διάθεση να συζητήσουν - μόνο η φυσική παρουσία δε φτάνει. Είναι εύκολο να κρίνει κανείς το «έτοιμο», το «αποτέλεσμα» όταν μάλιστα η τοποθέτησή του είναι επιδερμική και μένει στην πρώτη ανάγνωση («μ’ αρέσει-δε μ’ αρέσει»). Έτσι είτε γινόμαστε αφοριστικοί χωρίς δεύτερη σκέψη, είτε κάτι φτάνει να μας «αρέσει» χωρίς όμως να γνωρίζουμε το γιατί.

Από την άλλη, δεν είναι λίγες οι φορές που οι πομποί του μηνύματος παίρνουν τους εαυτούς τους –και κατ’ επέκταση το μήνυμα– τόσο πολύ στα σοβαρά, που φτάνουν να τοποθετούν οι ίδιοι εαυτούς εκτός παιχνιδιού, ρίχνοντας μάλιστα όλη την ευθύνη στους δέκτες. Η αναζήτηση τους ωστόσο εξακολουθεί να περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό της σε βαθμό μάλιστα που να μην αφορά άλλον από τους ίδιους.

Το ιδιοφυές στο έργο του Bel συνίσταται στο ότι φτάνει ακριβώς να αναιρεί και τις δύο συμπεριφορές, καθώς το σύνορο ανάμεσα στο κοινό και τους performers καταργείται. Εδώ, τόσο η αλαζονεία των «πάνω» όσο κι η επιδερμικότητα των «κάτω» απλώς χάνουν την αξία τους. Με αυτό τον τρόπο, ένα καθεστώς, μια «τάξη πραγμάτων» που έχει κουράσει τους πάντες –άλλους λιγότερο κι άλλους περισσότερο– φτάνει να διασαλεύεται φανερά. Έτσι, ο θεατής εξισώνεται με τον καλλιτέχνη, η παράσταση συνεχίζεται όντωςhe show must go on) και τα δύο μέρη –πλατεία και σκηνή– μπορούν πλέον να δηλώσουν άφοβα τη συνενοχή τους στο έγκλημα.

Όταν όλοι είναι «μέσα στο χορό», πράγμα στ’ αλήθεια διεγερτικό, ούτε οι μεν αναρωτιούνται αν «αυτοί εκεί πάνω» κάνουν τους έξυπνους ή είναι πράγματι, ούτε οι δε πράττουν από σκηνής διατηρώντας αμφιβολίες για την αντιληπτικότητα των απέναντι. Η σχέση που δημιουργείται, κάνει το πράγμα απλώς να «συμβαίνει», και ενώ οι αντιδράσεις ασφαλώς ποικίλουν κατά περίπτωση, αμφότερες οι πλευρές μπορούν να γνωρίζουν το γιατί.

Κοντολογίς, είναι μάλλον η επικοινωνιακή αξία της καλλιτεχνικής πράξης που την καθιστά θέαμα και όχι η πράξη αυτή καθεαυτή. Είναι απλώς ζήτημα διάδρασης.

Υ.Γ. Το έργο του Jérôme Bel, The show must go on παρουσιάστηκε στο πλαίσιο του 10ου Διεθνούς φεστιβάλ χορού Καλαμάτας στις 23.07.2004. Το θυμήθηκα ξανά επειδή χτες το dvd έπεσε τυχαία στα χέρια μου και χάρη σ ΄αυτό είχα την ευκαιρία να ανακαλέσω εικόνες και συναισθήματα. Αν τύχει και το συναντήσεις στο πρόγραμμα κάποιου φεστιβάλ (είναι έργο ρεπερτορίου) δες το! Το λιγότερο που θα συμβεί είναι να γελάσεις πολύ – είναι βέβαιο...

Υ.Γ.2 Περισσότερα για τον Jérôme Bel, εδώ κι εδώ (αν και μια απλή αναζήτηση στο δίκτυο θα φέρει πολλά αποτελέσματα)

[*] Tonight (West Side Story, Leonard Bernstein) | Aquarius / Let the sunshine in (Hair, Galt McDermot) | Come together (The Beatles) | Let’s dance (David Bowie) | I like to move it, move it (Reel 2 Real) | Ballerina girl (Lionel Richie) | Private dancer (Tina Turner) | Macarena (Los del Rio) | Into my arms (Nick Cave & The Bad Seeds) \ My heart will go on (Love theme from Titanic, Celine Dion) | Yellow submarine (The Beatles) | La vie en rose (Edith Piaf) | Imagine (John Lennon) | The sound of silence (Paul Simon) | Every breath you take (The Police) | I want your sex (George Michael) | Medley [: Fame (Irene Cara) - Woman in love (Barbra Streisand) - I’m still standing (Elton John) - I’m a loser baby (Beck) - I like to move it, move it (Reel 2 Real) - I’m too sexy (Right said Fred) - We are the world (USA for Africa) - Should I stay or should I go? (The Clash) - I will always love you (Whitney Houston)] | Killing me softly (Roberta Flack) \ The show must go on (Queen)



Δημοσίευση σχολίου

© mauvais garçon 05-06-07 eXTReMe Tracker