
-Ο τρόμος του συντάκτη μπρος από το κενό έγγραφο του word-
Δευτέρα απόγευμα το κινητό μου τηλέφωνο χτυπάει για να με διακόψει από μια ακόμη περιπλάνηση στο ζοφερό κόσμο των εισερχόμενων δελτίων τύπου. Ο Νοέμβριος είναι μήνας οργασμού καλλιτεχνικών γεγονότων στην Αθήνα (και αλλού ασφαλώς) κι εγώ είμαι ένας φτωχός και μόνος πολιτιστικός συντάκτης (που ναι, έχει διαβάσει πολύ Λούκυ Λουκ - δεν μεγάλωσα με τον Chomsky ανά χείρας- πειράζει; «Όχι, δεν πειράάάάάζειιι!»). Ο νους μου, μόνιμα δραπέτης στον Κάμπο της Χίου που γνώρισα για ν’ αγαπήσω ιδιαίτερα, προτιμά να παραμείνει εκεί διά βίου και να μη σκέφτεται λέξεις, χαρακτήρες και σημεία της στίξης (Όχι άλλο κάρβουνο!). Σίγουρα, η αρχική πρόθεση της φωνής που μου μιλά δεν είναι να ενοχλήσει, ούτε να με πανικοβάλει, πολύ περισσότερο. Γρήγορα ωστόσο, αυτό που ξεκίνησε ως απλή τηλεφωνική υπενθύμιση για την παράδοση ενός άρθρου, παίρνει στο μυαλό μου τις διαστάσεις ενός τέρατος που με κοιτάζει καχύποπτα, ενώ ένα χαιρέκακο γέλιο γαργαλά τον ουρανίσκο του. Τι χαρά!
Η αχαρακτήριστη αυτή αίσθηση που αποκτάς όταν γνωρίζεις πως «πρέπει» να γίνει κάτι -και μάλιστα να το κάνεις εσύ ο ίδιος- είναι αυτό που θυμάμαι πως ανέκαθεν με τρόμαζε. Ειδικά όταν αυτό το περίφημο «κάτι» αφορά σε προϊόντα έμπνευσης (παρακαλώ μη γελάτε όλοι μαζί σε πολλά διαφορετικά ημιτόνια κακίας, διότι μπερδεύομαι!).
Ασφαλώς, η τάση μου να φιλοσοφώ πάνω στα μικρά πράγματα δεν φαίνεται να βοηθάει. Ο κέρσορας εξακολουθεί να αναβοσβήνει απειλητικός θυμίζοντας μου πως ακόμη βρίσκομαι μακράν του στόχου μου (1000 λέξεις) και ξεκινώ να αναρωτιέμαι προς ποια κατεύθυνση πρέπει να κινηθεί ο συμπαθής συντάκτης (εγώ είμαι αυτός) για να προκύψει τυπωμένο, όχι ένα ανέμπνευστο αποκύημα πανικού, αλλά μια ιστορία πρωτότυπη (καλά τώρα…), «πιασάρικου» θέματος (ε, τι; παιδιά είμαστε;), με ιδιαίτερο λόγο και με την ουσία που οφείλει να χαρακτηρίζει ένα προϊόν «καλής» αρθρογραφίας (αλίμονο!).
(Μετράω τις λέξεις να ξέρω πού βρίσκομαι: 293 ήδη. Άγιο word count! Καλά πάμε -στις 1000 σταματώ.)
Παγίδα πρώτη: Μια ιστορία πρωτότυπη
Η αρρωστημένη σχεδόν επιδίωξη όλων όσων από εμάς επιμένουμε να παράγουμε κείμενα, είναι η ιστορία μας να είναι πρωτότυπη. Θαρρείς και το μεταμοντέρνο δεν έχει συμβεί ακόμη ή δεν αφορά εμάς, αφού βαθιά μέσα μας ελπίζουμε σε μια ακόμη «φρέσκια ιδέα» (αυτό το «φρέσκια ιδέα» με εξοργίζει γιατί από μόνο του δε λέει τίποτα -αγαπητοί διευθυντές σύνταξης, πότε επιτέλους θα πάψετε να το ζητάτε;). Συνήθως το αποτέλεσμα δεν καταλήγει να είναι άλλο από μία ακόμη άσκηση ύφους -πράγμα που έτσι κι αλλιώς σημαίνει ότι μιλάμε για αναδιατύπωση, εκτός αν κάποιος είναι πραγματικός λογοτέχνης, πράγμα το οποίο δεν τολμώ να ισχυριστώ για τον εαυτό μου.
Συνεπώς, το ενδεχόμενο να προκύψει μια ιστορία πραγματικά πρωτότυπη είναι μάλλον μάταιο, ή αλλιώς: ο Eco και ο Queneau δεν έφαγαν τζάμπα τα νιάτα τους παιδιά!
Παγίδα δεύτερη: το «πιασάρικο» του θέματος
Όπως θα είναι γνωστό στους περισσότερους, το να είναι ένα θέμα πιασάρικο αποτελεί βασικό μέλημα του «καλού συντάκτη». Γι’ αυτό δεν αμφιβάλλω ουδόλως ούτε καν εγώ που βάλθηκα να γκρινιάζω επειδή το δικό μου δεν είναι τέτοιο… Θα έπρεπε όμως να περνάει από το μυαλό μας πού και πού, πως όπως σε όλα τα πράγματα η παρουσίαση παίζει ένα σημαντικό ρόλο, έτσι και ο χειρισμός του θέματος είναι αυτός που μπορεί να το απογειώσει ή όχι. Με άλλα λόγια: σημασία, πολλές φορές, δεν έχει τι λες, αλλά πώς…
Παγίδα τρίτη (και φαρμακερή): Ένα κείμενο ουσίας
Σ’ αυτή την περίπτωση η επιστήμη πραγματικά σηκώνει τα χέρια ψηλά (τώρα μόνον ο Θεός…)! Εδώ πια σημαντικό παύει να είναι το περιεχόμενο, όσο κι αν αυτό ακούγεται παράδοξο. Τι θέλει να πει ο εργολάβος: τελικά αν κάτι παίζει ρόλο είναι πόσο καλά ξέρεις πού απευθύνεσαι κάθε φορά. Επειδή δε, συνήθως δεν είσαι σε θέση να το γνωρίζεις, δοκιμάζεις την τύχη σου με τη βοήθεια των φίλων ή των συναδέλφων σου που ανάλογα με τη συμπάθεια που τρέφουν στο πρόσωπο σου, ή σε σώζουν ή σε καταστρέφουν οριστικά (αυτό το διαπιστώνεις σύντομα από το εάν το τηλέφωνο σου ξαναχτυπήσει για δουλειά ή όχι - αν κάποιος είναι εξαιρετικά φυγόπονος, όπως εγώ, ζητάει και τη γνώμη της μητέρας του, που αν μη τι άλλο είναι σίγουρο πως θα ξανατηλεφωνήσει!).
Κοντολογίς, επειδή με έχει πιάσει μια κρίση ειλικρίνειας, αποφάσισα να μην γράψω μια ιστορία πρωτότυπη, «πιασάρικου» θέματος, με ιδιαίτερο λόγο και με την ουσία που οφείλει να χαρακτηρίζει ένα προϊόν «καλής» αρθρογραφίας. Όχι, καθόλου!
Αντίθετα, προτιμώ να αφήσω το νου μου εκεί ακριβώς από όπου πολύ βίαια τον ξεκούνησα στο όνομα του στιλ και να σιγομουρμουρήσω χαρωπά: Μια ω-ραί-α πε-τα-λού-δα! Μια ω-ραί-α πε-τα-λού-δα! Μια ωραία πεταλούδα μες τον Κάμπo μια φορά…
ΥΓ. Το word count συνωμοτεί εναντίον μου (Bill Gates σε μισώ!). Είμαι στις 748 λέξεις. Τώρα 755. Αν συνεχίσω έτσι το ξέρω πως θα φτάσω στις 1000 αλλά μου φαίνεται πως δεν είναι τρόπος αυτός να φέρομαι σε όσους έκαναν τον κόπο να με διαβάσουν ως εδώ. 786! (πλάκα δεν έχει;)
Δευτέρα απόγευμα το κινητό μου τηλέφωνο χτυπάει για να με διακόψει από μια ακόμη περιπλάνηση στο ζοφερό κόσμο των εισερχόμενων δελτίων τύπου. Ο Νοέμβριος είναι μήνας οργασμού καλλιτεχνικών γεγονότων στην Αθήνα (και αλλού ασφαλώς) κι εγώ είμαι ένας φτωχός και μόνος πολιτιστικός συντάκτης (που ναι, έχει διαβάσει πολύ Λούκυ Λουκ - δεν μεγάλωσα με τον Chomsky ανά χείρας- πειράζει; «Όχι, δεν πειράάάάάζειιι!»). Ο νους μου, μόνιμα δραπέτης στον Κάμπο της Χίου που γνώρισα για ν’ αγαπήσω ιδιαίτερα, προτιμά να παραμείνει εκεί διά βίου και να μη σκέφτεται λέξεις, χαρακτήρες και σημεία της στίξης (Όχι άλλο κάρβουνο!). Σίγουρα, η αρχική πρόθεση της φωνής που μου μιλά δεν είναι να ενοχλήσει, ούτε να με πανικοβάλει, πολύ περισσότερο. Γρήγορα ωστόσο, αυτό που ξεκίνησε ως απλή τηλεφωνική υπενθύμιση για την παράδοση ενός άρθρου, παίρνει στο μυαλό μου τις διαστάσεις ενός τέρατος που με κοιτάζει καχύποπτα, ενώ ένα χαιρέκακο γέλιο γαργαλά τον ουρανίσκο του. Τι χαρά!
Η αχαρακτήριστη αυτή αίσθηση που αποκτάς όταν γνωρίζεις πως «πρέπει» να γίνει κάτι -και μάλιστα να το κάνεις εσύ ο ίδιος- είναι αυτό που θυμάμαι πως ανέκαθεν με τρόμαζε. Ειδικά όταν αυτό το περίφημο «κάτι» αφορά σε προϊόντα έμπνευσης (παρακαλώ μη γελάτε όλοι μαζί σε πολλά διαφορετικά ημιτόνια κακίας, διότι μπερδεύομαι!).
Ασφαλώς, η τάση μου να φιλοσοφώ πάνω στα μικρά πράγματα δεν φαίνεται να βοηθάει. Ο κέρσορας εξακολουθεί να αναβοσβήνει απειλητικός θυμίζοντας μου πως ακόμη βρίσκομαι μακράν του στόχου μου (1000 λέξεις) και ξεκινώ να αναρωτιέμαι προς ποια κατεύθυνση πρέπει να κινηθεί ο συμπαθής συντάκτης (εγώ είμαι αυτός) για να προκύψει τυπωμένο, όχι ένα ανέμπνευστο αποκύημα πανικού, αλλά μια ιστορία πρωτότυπη (καλά τώρα…), «πιασάρικου» θέματος (ε, τι; παιδιά είμαστε;), με ιδιαίτερο λόγο και με την ουσία που οφείλει να χαρακτηρίζει ένα προϊόν «καλής» αρθρογραφίας (αλίμονο!).
(Μετράω τις λέξεις να ξέρω πού βρίσκομαι: 293 ήδη. Άγιο word count! Καλά πάμε -στις 1000 σταματώ.)
Παγίδα πρώτη: Μια ιστορία πρωτότυπη
Η αρρωστημένη σχεδόν επιδίωξη όλων όσων από εμάς επιμένουμε να παράγουμε κείμενα, είναι η ιστορία μας να είναι πρωτότυπη. Θαρρείς και το μεταμοντέρνο δεν έχει συμβεί ακόμη ή δεν αφορά εμάς, αφού βαθιά μέσα μας ελπίζουμε σε μια ακόμη «φρέσκια ιδέα» (αυτό το «φρέσκια ιδέα» με εξοργίζει γιατί από μόνο του δε λέει τίποτα -αγαπητοί διευθυντές σύνταξης, πότε επιτέλους θα πάψετε να το ζητάτε;). Συνήθως το αποτέλεσμα δεν καταλήγει να είναι άλλο από μία ακόμη άσκηση ύφους -πράγμα που έτσι κι αλλιώς σημαίνει ότι μιλάμε για αναδιατύπωση, εκτός αν κάποιος είναι πραγματικός λογοτέχνης, πράγμα το οποίο δεν τολμώ να ισχυριστώ για τον εαυτό μου.
Συνεπώς, το ενδεχόμενο να προκύψει μια ιστορία πραγματικά πρωτότυπη είναι μάλλον μάταιο, ή αλλιώς: ο Eco και ο Queneau δεν έφαγαν τζάμπα τα νιάτα τους παιδιά!
Παγίδα δεύτερη: το «πιασάρικο» του θέματος
Όπως θα είναι γνωστό στους περισσότερους, το να είναι ένα θέμα πιασάρικο αποτελεί βασικό μέλημα του «καλού συντάκτη». Γι’ αυτό δεν αμφιβάλλω ουδόλως ούτε καν εγώ που βάλθηκα να γκρινιάζω επειδή το δικό μου δεν είναι τέτοιο… Θα έπρεπε όμως να περνάει από το μυαλό μας πού και πού, πως όπως σε όλα τα πράγματα η παρουσίαση παίζει ένα σημαντικό ρόλο, έτσι και ο χειρισμός του θέματος είναι αυτός που μπορεί να το απογειώσει ή όχι. Με άλλα λόγια: σημασία, πολλές φορές, δεν έχει τι λες, αλλά πώς…
Παγίδα τρίτη (και φαρμακερή): Ένα κείμενο ουσίας
Σ’ αυτή την περίπτωση η επιστήμη πραγματικά σηκώνει τα χέρια ψηλά (τώρα μόνον ο Θεός…)! Εδώ πια σημαντικό παύει να είναι το περιεχόμενο, όσο κι αν αυτό ακούγεται παράδοξο. Τι θέλει να πει ο εργολάβος: τελικά αν κάτι παίζει ρόλο είναι πόσο καλά ξέρεις πού απευθύνεσαι κάθε φορά. Επειδή δε, συνήθως δεν είσαι σε θέση να το γνωρίζεις, δοκιμάζεις την τύχη σου με τη βοήθεια των φίλων ή των συναδέλφων σου που ανάλογα με τη συμπάθεια που τρέφουν στο πρόσωπο σου, ή σε σώζουν ή σε καταστρέφουν οριστικά (αυτό το διαπιστώνεις σύντομα από το εάν το τηλέφωνο σου ξαναχτυπήσει για δουλειά ή όχι - αν κάποιος είναι εξαιρετικά φυγόπονος, όπως εγώ, ζητάει και τη γνώμη της μητέρας του, που αν μη τι άλλο είναι σίγουρο πως θα ξανατηλεφωνήσει!).
Κοντολογίς, επειδή με έχει πιάσει μια κρίση ειλικρίνειας, αποφάσισα να μην γράψω μια ιστορία πρωτότυπη, «πιασάρικου» θέματος, με ιδιαίτερο λόγο και με την ουσία που οφείλει να χαρακτηρίζει ένα προϊόν «καλής» αρθρογραφίας. Όχι, καθόλου!
Αντίθετα, προτιμώ να αφήσω το νου μου εκεί ακριβώς από όπου πολύ βίαια τον ξεκούνησα στο όνομα του στιλ και να σιγομουρμουρήσω χαρωπά: Μια ω-ραί-α πε-τα-λού-δα! Μια ω-ραί-α πε-τα-λού-δα! Μια ωραία πεταλούδα μες τον Κάμπo μια φορά…
ΥΓ. Το word count συνωμοτεί εναντίον μου (Bill Gates σε μισώ!). Είμαι στις 748 λέξεις. Τώρα 755. Αν συνεχίσω έτσι το ξέρω πως θα φτάσω στις 1000 αλλά μου φαίνεται πως δεν είναι τρόπος αυτός να φέρομαι σε όσους έκαναν τον κόπο να με διαβάσουν ως εδώ. 786! (πλάκα δεν έχει;)
<789>
"...κα-μα-ρώ-νει και απλώ-νει
κα-μα-ρώ-νει και απλώ-νει
καμαρώνει και απλώνει τα γαλάζια της φτερά
ό-λο τον καιρό γυρ-ίζει
ό-λο τον καιρό γυρ-ίζει
όλο τον καιρό γυρίζει και τα άνθη χαιρετά
κι ό-ταν έρθει ο χειμ-ώνας
κι ό-ταν έρθει ο χειμ-ώνας
κι όταν έρθει ο χειμώνας πέφτει κάτω και ψοφά
κι όταν έρθει καλοκαίρι ζωντανεύει και πετά"
:
Χρόνια τώρα προσπαθούσα να θυμηθώ τα λόγια του τραγουδιού "Μια ωραία πεταλούδα" και δεν μου 'ρχονταν με τίποτα.
Τhankzzzzzzzzzzz a lot :)
Lol!
Etsi akrivws ekana otan egrafa th dialeksh mou... egrafa egrafa kai oi lekseis liges!

