
Τα σπίτια είναι σαν τα παιχνίδια. Όσο περισσότερο παίζεις μ’ αυτά, τόσο πιο πολύ σου αρέσουν. Κάποια φτάνεις να τα αγαπάς. Κάποια όχι. Το πρώτο μου σπίτι στην Αθήνα ήταν μια γκαρσονιέρα. Πολύ μικρή για οποιονδήποτε. Στην ουσία ήταν ένα δωμάτιο με μπάνιο κι ένα μπαλκόνι που έβλεπε σ’ έναν πεζόδρομο με κάτι καφέ. Αυτό τα έβλεπε – εκείνα όχι. Κάτι σαν κρυψώνα στο κέντρο της πόλης. Κάποιος σε κυνηγάει, δεν ξέρεις πού να κρυφτείς. Εγώ έμαθα. Οδός Μ. 11Α, ισόγειο. Πώς κατάφερα σε δέκα τετραγωνικά να χωρέσω τον κόσμο μου για ενάμιση χρόνο το ξέρω μόνο εγώ. Τα σπίτια είναι σαν τα παιχνίδια, είπαμε.
Βρέθηκα εκεί αφού πίστωσα αρκετό χρόνο σε σπίτια φίλων. Κάποια στιγμή όμως οι φίλοι όσο κι αν μας αγαπούν χρειάζονται το χώρο τους. Βγήκα λοιπόν σε άγρα προσωπικού χώρου. Όσο περιφερόμουν σαν περιπλανώμενος ιουδαίος οι δυνατότητες ήταν μικρές, οι απαιτήσεις ισχυρές και οι φιλοδοξίες μεγάλες. Το πρώτο βράδυ που πήρα το κλειδί έκλεισα το φως, άνοιξα την μπαλκονόπορτα για ν’ ακούω τον κόσμο απ’ έξω και χώθηκα μέσα στην εντοιχισμένη ντουλάπα. Εκεί κάθισα και κάπνισα ένα πακέτο σχεδόν, γιορτάζοντας με τον εαυτό μου το γεγονός. Ήταν τόση η λαχτάρα μου να αποκτήσω ένα σπίτι που να ξέρω ότι είναι το δικό μου ώστε για σχεδόν μια βδομάδα κοιμόμουν στο ξύλινο πάτωμα με ένα σλίπιν-μπαγκ. Η περιουσία μου τότε λιγοστή. Μια FM2-δώρο του θείου μου όταν μπήκα στη σχολή για την οποία ήμουν εξαιρετικά περήφανος, ένα discman που είχα αγοράσει από τη Γενεύη και με συντρόφευε παντού, τα σημειωμάτάρια μου και κάτι λίγα ρούχα.
Και ξεκίνησα να βάφω. Για περίπου ένα μήνα το καλοκαίρι του ‘96 εξαργύρωνα τα απογεύματα και την ενέργεια μου σε τοίχους που είχαν να βαφούν από κάποια στιγμή μέσα στη δεκαετία του πενήντα. Άσπρο το δωμάτιο, ώχρα των σπιτιών της Σύμης η υποδοχή και ουτρεμέρ το μπάνιο. Μετά τις βαφές συντελέστηκε το έπος του γυαλίσματος του δαπέδου. Όλα μόνος μου τότε. Σπίτι μου. Χωρίς σταθερό, χωρίς κινητό. Όποιος με ήθελε περνούσε και χτύπαγε – πετούσε σημειώματα.
Στο δωματιάκι βρήκα μια υπέροχη παλιά βιβλιοθήκη του μακαρίτη του άντρα της ιδιοκτήτριας που γέμισε γρήγορα κι ένα ξύλινο ντουλάπι με τρία ράφια και πόρτα με τζάμι που χρησίμεψε ως πάγκος και αποθηκευτικός χώρος για την αυτοσχέδια coin de cuisine στο υποτυπώδες χωλ του «διαμερίσματος», το οποίο δεν ξεπερνούσε το ένα τετραγωνικό μέτρο. Στο ένα ράφι του σ’ ένα στρογγυλό κομμάτι καθρέφτη ακουμπούσα τα κρυστάλλινα ποτήρια του κρασιού σε σχήμα τουλίπας που πήρα ένα χιλιάρικο τα έξι από το Μοναστηράκι. Δίπλα ένα basic σερβίτσιο από άσπρα πορσελάνινα πιάτα της γιαγιάς μου.
Πρώτα αγόρασα στρώμα. Χωρίς κρεβάτι. Δε μου φαινόταν απαραίτητο τότε. Ένα μονό που μαζί με δυο μαξιλάρες ντυνόταν με γαλάζιο καραβόπανο και εκτελούσε χρέη καναπέ όταν δεν ήμουν μόνος. Μπρος του μια παλιά δερμάτινη βαλίτσα από τα σκουπίδια που την μάζεψα, την καθάρισα με οινόπνευμα και ακούγοντας τη συμβουλή της μάνας μου, την πέρασα με κερί για να «συνέρθει» – «σοφράς για ήρωες» έλεγες κι έσκαγες στα γέλια. Λίγο αργότερα στον απέναντι τοίχο, κατά μήκος του «καναπέ», ακούμπησε ένα ψηλόλιγνο τραπέζι. Μακριά πόδια, στενό πλατώ και συρτάρι για τα μαχαιροπήρουνα. Καρυδιά νομίζω. Δώρο του Γ. Το ‘χε «φάει» κι εκείνος από ένα γύρισμα. Το κόλλησα όπου χρειαζόταν, το έτριψα, το γυάλισα κι αφού με ακολούθησε στο επόμενο σπίτι, όταν ήρθε ο καιρός, το δώρισα κι εγώ – ποιος ξέρει πού να βρίσκεται. Δεξιά κι αριστερά του δύο παράταιρες καρέκλες που μετά από την απαιτούμενη αποκατάσταση μου επέτρεπαν να τρώω και να δουλεύω σε σωστό ύψος. Σ’ αυτό το τραπέζι πίναμε τσάϊ και προσπαθούσα να ηρεμήσω τη Δ όταν μου ‘ρχόταν έγκυος κι έξαλλη με τον Σ στις τέσσερις το πρωΐ - σ’ αυτό φάγαμε το βράδυ της πρωτοχρονιάς του ’97 πριν ανέβουμε στην ταράτσα για να δούμε τα πυροτεχνήματα να σκάνε πάνω από το βράχο του Λυκαβηττού που έμοιαζε έτοιμος να κυλήσει πάνω μας – σε κρατούσα αγκαλιά και σου ψιθύριζα «καλή χρονιά». Θυμάσαι; Δυο χρόνια και κάτι αργότερα χωρίσαμε.
Δεν είναι που μου λείπεις. Ούτε αυτό δε συμβαίνει πλέον. Πέρασα όμως έξω απ’ το σπίτι-παιχνίδι τις προάλλες. Τα χρόνια πέρασαν κι άλλα σπίτια, πιο μεγάλα, γίναν τα παιχνίδια μου. Τώρα πια η κουζίνα είναι κουζίνα, το κρεβάτι, κρεβάτι κι ο καναπές, καναπές. Το τραπέζι μπρος του έχει πόδια και το μπαλκόνι είναι φαρδύ με πολλά φυτά.
Όμως εγώ θα θυμάμαι για πάντα το «πάρτι» στη ντουλάπα.
*Jacques Prévert/Dans ma maison (Paroles, 1946)
:
νεοι ερωτες με μεγαλες βεραντες, ρετιρε με υπεροχη θεα, παιχνιδια κατω απ'τις κουβερτες ενω εξω βρεχει, "better things will surely come our way", μον πτι...
:
:
:'(
...
:')
(ναι εγώ ήμουν η ηλίθια ανώνυμη αποπάνου)
Καλοί οι massive attack αγαπητή/έ ανώνυμη/ε - εγώ μαζί σας. Αν και για να σας πω την αλήθεια δεν ήταν δήλωση μοναξιάς το ποστ - ούτε καν νοσταλγίας για τους "εκλιπόντες". Απλώς πήγα εννιά-δέκα χρόνια πίσω.
Ιφιμέδεια,
ευχαριστώ :-)
"ηλίθια ανώνυμη αποπάνου" (LOL) ή xψιλικά-τσιγάρα,
στο εξής μόνον έτσι: :D[όσο είναι δυνατό δηλαδή...].
Φιλιά.
Είχα πολύ ανάγκη σήμερα να διαβάσω κάτι τόσο ωραίο και τρυφερό.
Νοιώθω σα να μίλησα κι εγώ για δικά μου πράγματα μέσα σ' αυτό το κείμενο.
Με πήγες πίσω στην πρώτη φοιτητική χρονιά εκτός σπιτιού... ήταν αρκετά μεγαλύτερο, αλλά τα συναισθήματα ήταν εφάμιλλα.
Υπέροχο, και τι όμορφες αναμνήσεις να θυμίζουν πως μπορείς να εκμαιεύσεις το καλύτερο από κάθε κατάσταση :))
emotional_anaemia,
χαίρομαι αν κατάφερα κάτι τέτοιο. Τα πράγματα θα ήταν άσχημα αν το κείμενο σας θύμιζε τον πιο λούμπεν χαρακτήρα του Παπακαλιάτη!
(αν και δεν ανησυχώ - αυτός δεν θα έβαζε κανέναν να κοιμηθεί στο πάτωμα...)
idάκι,
είναι κοινότυπο αλλά "το νόμισμα έχει παντα δύο όψεις"
ΥΓ. Πού ήσουν; Μου 'λειψες παλιοκόριτσο!
Το βασίλειό μου (για) μια γκαρσονιέρα! ;-)
γλυκό και αληθινό
ΧΧΧ
μου θυμησες το σπιτι "μπανιερα" ρε φιλε..
υγρο μικρο παγωμενο..
αλλα φιλοξενησε εναν ερωτα τοσο μεγαλο που εξιλεωθηκε για καθε δυσκολη μερα και νυχτα..
φιλακια, χαιρομαι που αρχισες να γραφεις και παλι.
Παράξενα μαθηματικοσυναισθηματικά.
Σε ένα σπίτι η απόσταση δύο τοίχων είναι τόση όση και η απόσταση των ανθρώπων που κατοικούν μέσα του.
Όσο μεγαλώνει η μια, άλλο τόσο και η άλλη.
Πόσο πολύ μου αρέσουν τα σπίτια με διαδρόμους!
Φιλιά πασά'μ.
Μαρκησία, Βατραχοκόριτσο και Αυτοδιάθετε,
κι εσείς της γκαρσονιέρας;
Τελευτάια μου έρχονται πολλά φλας μπακ από σπίτια που έγιναν δικά μου μέσα από έρωτες... το δωμάτιο στην κινέζικη εστία, το 1ο μου διαμέρισμα, το καταγώγι της πρώτης μου σχέσης στου Ζωγράφου, τα 3 διαμερίσματα που άλλαξα μέχρι τώρα στην βραζιλία δίχως να αλλάξω το οικοδ. τετράγωνο... νοσταλγία? όχι, απλά κομμάτια απο εμένα...
Είχα έναν φίλο που χαιρετούσε το σπίτι όταν έμπαινε και το αποχαιρετούσε όταν πήγαινε ταξίδι... αυτό το υιοθέτισα και εγώ ως έναν βαθμό... και όταν χωρίσαμε, ένιωσα εκείνο το αγαπημένο σπίτι ξένο...

