
Διακοπές, φωτιές, παρατράγουδα, διαστρέμματα κι απώλειες. Όλα συμβαίνουν γρήγορα, πιο γρήγορα απ’ ότι προλαβαίνουν τα πόδια μου – από όσο αντέχει ο νους μου. Κάπου έξω από το παράθυρο μου υπάρχει ένα τζιτζίκι για να μην ξεχνιόμαστε αλλά όταν είμαι απ’ τον ύπνο κι ανοίγω δε βλέπω αυτό που περιμένω. Λόγια που ματώνουν ή λυτρώνουν καρδιές παιδεύουν τη μνήμη μου, τρυπούν το δεξί βουλωμένο μου αυτί (το αριστερό επιτέλους ξεβούλωσε), βαράνε σα μπάντα που μάλλον δε θα πάψει στον αιώνα. Όλα φεύγουν όταν τους αφήνεσαι.
Η Κ δε θα πάει στο Trento και το φέρει βαρέως, αναρωτιέται ως πότε θα περιμένει, αλλά δεν έχω απάντηση να της δώσω – η κυρία υπομονή δεν υπήρξε πάντα καλή μαζί μου παρότι σ’ αυτήν διδάχτηκα να πιστεύω κι άλλοτε πάλι, μου ‘φερε τα πιο ακριβά δώρα όταν δεν το περίμενα. Τι να πω; Σώπασα.
Ο Α έφυγε έτσι ξαφνικά. Έπεσε και ξεψύχησε μπρος στα μάτια της Ε καταμεσής στο καλοκαιρινό μεσημέρι την επαύριο των διακοπών μου. Είπα να πονέσω βουβά, αλλά, να, που πάλι δεν τα καταφέρνω. Γεια χαρά Α. Κρατάω την εικόνα σου πίσω απ’ το μπαρ, στο Vertigo. Θα μου λείψεις.
Πάλι δεν αφιέρωσα χρόνο στους γέρους μου. Περάσαμε με το αυτοκίνητο έξω από το σπίτι και σταθήκαμε μια στιγμή. «Να, εδώ», είπα στους συνταξιδιώτες μου και συνεχίσαμε. ‘Ηλπιζα να δω τουλάχιστον τη μάνα μου στο μπαλκόνι να ποτίζει τα λουλούδια της. Δεν την είδα.
Κι όσο το vuelvo al sur έσκιζε το ζεστό αέρα σηματοδοτώντας την επιστροφή στο άστυ η Κασσάνδρα καιγόταν. Ένιωσα σα να άφησα ξεκλείδωτα και κάποιος να μπήκε και να άδειασε το σύμπαν μου. Ποιον νοιάζει όμως με τέτοια λιακάδα τριγύρω;
Ο Σεπτέμβρης πλησιάζει επικίνδυνα αλλά δε τον φοβάμαι φέτος – ποιος ο λόγος; Έρχεται κάθε χρόνο.
ΥΓ. Η, η μπαταρία στην κάμερα μπορεί να τέλειωσε όμως η φωτογραφία σου κρατήθηκε. Η κόρη σου!
Η Κ δε θα πάει στο Trento και το φέρει βαρέως, αναρωτιέται ως πότε θα περιμένει, αλλά δεν έχω απάντηση να της δώσω – η κυρία υπομονή δεν υπήρξε πάντα καλή μαζί μου παρότι σ’ αυτήν διδάχτηκα να πιστεύω κι άλλοτε πάλι, μου ‘φερε τα πιο ακριβά δώρα όταν δεν το περίμενα. Τι να πω; Σώπασα.
Ο Α έφυγε έτσι ξαφνικά. Έπεσε και ξεψύχησε μπρος στα μάτια της Ε καταμεσής στο καλοκαιρινό μεσημέρι την επαύριο των διακοπών μου. Είπα να πονέσω βουβά, αλλά, να, που πάλι δεν τα καταφέρνω. Γεια χαρά Α. Κρατάω την εικόνα σου πίσω απ’ το μπαρ, στο Vertigo. Θα μου λείψεις.
Πάλι δεν αφιέρωσα χρόνο στους γέρους μου. Περάσαμε με το αυτοκίνητο έξω από το σπίτι και σταθήκαμε μια στιγμή. «Να, εδώ», είπα στους συνταξιδιώτες μου και συνεχίσαμε. ‘Ηλπιζα να δω τουλάχιστον τη μάνα μου στο μπαλκόνι να ποτίζει τα λουλούδια της. Δεν την είδα.
Κι όσο το vuelvo al sur έσκιζε το ζεστό αέρα σηματοδοτώντας την επιστροφή στο άστυ η Κασσάνδρα καιγόταν. Ένιωσα σα να άφησα ξεκλείδωτα και κάποιος να μπήκε και να άδειασε το σύμπαν μου. Ποιον νοιάζει όμως με τέτοια λιακάδα τριγύρω;
Ο Σεπτέμβρης πλησιάζει επικίνδυνα αλλά δε τον φοβάμαι φέτος – ποιος ο λόγος; Έρχεται κάθε χρόνο.
ΥΓ. Η, η μπαταρία στην κάμερα μπορεί να τέλειωσε όμως η φωτογραφία σου κρατήθηκε. Η κόρη σου!
ποναει φιλε αυτο το ποστ...
μεχρι εδω εφτασε.
φιλια.
