Πριν από μερικές μέρες χρειάστηκε να ταξιδέψω στην «ερωτική πόλη» (το πήρα απόφαση – στο εξής μόνο έτσι). Η ανάγκη να βρεθώ σύντομα εκεί με έστειλε στο Ελευθέριος Βενιζέλος μέσα σε λίγες ώρες. Στο εκδοτήριο της Ολυμπιακής συναντήθηκα με τη Λ. Μπορεί και δέκα χρόνια μετά την τελευταία φορά που τη συνάντησα – δεν θυμάμαι πια πού ή πώς. Δεν πίστευα ποτέ ότι θα μου συνέβαινε. «Αυτά είναι για διαφημίσεις μπύρας» σκέφτηκα, προσπαθώντας να συμφωνήσω με τον εαυτό μου ότι πρόκειται όντως γι αυτήν. Όταν με διαβεβαίωσε (ο εαυτός μου) ότι δεν κάνω λάθος, άρθρωσα το όνομα της σε ερωτηματική μορφή. Στην ίδια άρθρωσε κι εκείνη το δικό μου. Και μετά αγκαλιές, φιλιά, συστάσεις με τον Κ, «πότε πετάς;» - «στις έντεκα» - «κι εγώ!» - «ταξιδεύεις μόνη;» - «ναι, καθόμαστε μαζί;». Τσεκάρουμε παρέα και κάποια στιγμή είμαστε οι δυο μας και προχωράμε σέρνοντας τις ελάχιστες αποσκευές του καθένας στο σχεδόν άδειο αεροδρόμιο. Μιλάμε συνέχεια. Φτάνοντας στην έξοδο επιβίβασης ακούμε την ΟΑ να ζητά τη κατανόηση μας απ’ τα μεγάφωνα για την καθυστέρηση μιάμισης ώρας. Η Λ τα παίρνει και σέρνει πουστριλίκια. Το μυαλό μου δέχεται καταιγισμό από εικόνες στα δεκαοκτώ μας. Οι καφέδες, τα σπίτια, το Vertigo-εφτά άτομα λιώμα, το εργαστήριο μου βράδυ εκλογών, το Ηλιοτρόπιο, η πρώτη μας βόλτα-φιάσκο με αυτοκίνητο (πίσω-μπρος στο γκαράζ του πατρικού της) οι αποχαιρετισμοί στα αεροδρόμια, οι κασέτες για να μας ακούει στην Καρλσρούη, οι Χαλκιδικές, οι μανούρες, οι Transvision Vamp, τα πάρτι. Το «όλοι μαζί». Ακούω την ίδια νότα με τότε και χαμογελάω. «Δεν πάμε να καπνίσουμε κανά τσιγάρο;». Και πάμε. Περνάμε ανάποδα τον έλεγχο αποσκευών, σωριαζόμαστε στις καρέκλες του μπαρ. «Τι θα πιεις;» - «Καμιά μπύρα;» της λέω και μέσα στο κεφάλι μου σκάω στα γέλια γιατί θυμάμαι τι σκέφτηκα νωρίτερα. Έτσι, πέρασε η μιάμιση ώρα, έτσι, πέρασαν και τα σαρανταπέντε λεπτά πτήσης. Έτσι, σε σχεδόν τρεις ώρες και τέσσερις μπύρες βαλθήκαμε να χωρέσουμε δέκα χρόνια. Ασφαλώς δε τα καταφέραμε, όμως ήμασταν κι οι δύο ευχαριστημένοι που είπαμε όσα προλαβαίναμε κι ας ήταν πολύ λίγα μπρος σ’ αυτά που πιθανόν να θέλαμε να πούμε. Πώς τα πάει με τη ζωή του ο καθένας, «τι παίχτηκε τότε που…», «οι γονείς σου πώς είναι;». Καλά νέα, άσχημα νέα, όμως, ευτυχώς, όχι πολύ. Και χαρά, και λύπη, κι ανάμνηση, και τσαντίλα που ξεθύμανε κι έγινε παράπονο, και γέλια πολλά και «χάρηκα πραγματικά που σε είδα». Κι αλήθεια χάρηκα. Κι εκείνη το ίδιο. Το ένιωσα.
Στη μιάμιση το βράδυ, στην «ερωτική πόλη», ο καιρός είναι ευχάριστα διαφορετικός. Δροσιά κι αεράκι. Η Τ και η Γ περιμένουν στις αφίξεις. Και πάμε για μπύρες. Κι όλα είναι ωραία.
τέλειο, πάντα τέτοια!
(ζήτω οι transvision vamp!!)
:)
Υπέροχο... να είχαμε κάθε τόσο κ από μια τέτοια συνάντηση, τι όμορφα που θα αισθανόμασταν!!
Διατελώ ντροπιασμένη διότι γκρίνιαξα πολύ τις τελευταίες μέρες... και μου έφτιαξες το κέφι, σ'ευχαριστώ!!
"I don't want your money honey I want your love...."
Υπήρχε μια εποχή στη ζωή μας που το λέγαμε και το πιστεύαμε.
Το καλύτερο είναι αγαπημάνη μου αδερφή, ότι, μερικές φορές, εξακολουθούμε να το πιστεύουμε-ακόμα και πάνω σε μία σιδερώστρα.
Τι ωραίο feeling...
Είναι απο τις αγαπημένες μου φάσεις να πέφτω πάνω σε παλιούς φίλους, τους οποίους χαίρομαι στ' αλήθεια που συνάντησα.
Ειδικά όταν κάτι τέτοια συμβαίνουν σε φάσεις που μπορεί να νιώθω μουρτζούφλα και κάπως, και να τσουπ, κάπως σκάει η κοσμική σοφία την έκπληξη κι ο ουρανός αλλάζει χρώμα και ξεκαθαρίζει λιγάκι το θολό τοπίο του εγκεφάλου.
όμορφα.
polu omorfo keimeno :) Elpizo na min kanete alla 10 xronia na sunantitheite :)
είμαι λίγο νέος ακόμη και μάλλον μπέμπης θα παραμείνω γιατί έχω καταφέρει να ξεμωραίνομαι πρωτού μεγαλώσω, αλλά νομίζω ότι αυτό που αξίζει να σου έχει μείνει μεγαλώνοντας είναι μία ιστορία να διηγηθείς
